δαΐφρων

δαΐφρων, ον, gen. ονος,
1 ([etym.] δάϊς) (warlike, fiery, Il.2.23,al. (not in Od.);

Λατοῦς θυγάτηρ B.5.122

, cf. 137, Q.S.1.47;

δ. ἀλκή Id.1.218

.
2 ([etym.] δαῆναι) wise, prudent,

Ὀδυσῆα δ. ποικιλομήτην Il.11.482

, cf. Od.1.48
, al.; of a charioteer, Il.24.325; craftsman, Od.8.373; of a woman, 15.356: hence

δ. Περσεφόνεια h.Cer.359

, cf. Pi.P.9.84. (δα (ς) ι-, cf. Skt. dasra/s 'working miracles'.)

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • Δαίφρων — Δαΐφρων , Δαΐφρων warlike masc nom/voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δαίφρων — δαΐφρων , δαίφρων warlike masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δαΐφρων — (I) δαΐφρων ( ονος), ον (Α) 1. (ως επίθ. πολεμιστών) ο εμπειροπόλεμος, όποιος έχει πείρα και δεξιότητα στα πολεμικά 2. (για ιδιότητες ή καταστάσεις) αυτός που έχει ή προκαλεί γενναίο και υπερήφανο φρόνημα. [ΕΤΥΜΟΛ. Από τον Όμηρο ήδη μαρτυρούνται… …   Dictionary of Greek

  • δαίφρον — δαΐφρον , δαίφρων warlike masc/fem voc sg δαΐφρον , δαίφρων warlike neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δαίφρονα — δαΐφρονα , δαίφρων warlike neut nom/voc/acc pl δαΐφρονα , δαίφρων warlike masc/fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Daiphron — DAĬPHRON, ŏnis, Gr. Δαίφρων, ονος, (⇒ Tab. XVIII.) einer von des Aegyptus funfzig Söhnen, welcher von des Danaus Töchtern die Scäa zur Braut bekam, allein von ihr auch die erste Hochzeitnacht hingerichtet wurde. Apollod. lib. II. c. 1. §. 5 …   Gründliches mythologisches Lexikon

  • ENCELADUS — Titanis ac Terrae fil. Gigantum ommum, qui adversus Iovem coniuravêrunt, longe maximus, quem Iuppiter fulmine ictum Aetnae monti supposuit. Virg. Aen. l. 3. v. 578. Fama est, Euceladi semustum fulmine corpus Urgeri mole hac, ingentemque insuper… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • ROMA — I. ROMA Latii in Italia urbs, de cuius origine et conditore diversa legimus apud auctores. Receptissima opinio est, a Romulo et Remo fratribus conditam fuisse, unde et nomen acceperit, an. primô septimae Olympiadis, teste Dionysiô Halicarnasseô,… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • αρσενόφρων — ἀρσενόφρων, ο (Α) αυτός που έχει ανδρικό φρόνημα. [ΕΤΥΜΟΛ. < άρσην, ενος + φρων < φρήν, φρενός (πρβλ. δαΐφρων, ταλαίφρων)] …   Dictionary of Greek

  • γυναικόφρων — ( όνος), ον (Α) αυτός που έχει γυναικείο φρόνημα. [ΕΤΥΜΟΛ. < γυνή, γυναικός + φρων < φρην (πρβλ. άφρων, δαΐφρων)] …   Dictionary of Greek

  • δήνεα — δήνεα, τα (Α) 1. συμβουλές 2. σχέδια 3. τεχνάσματα. [ΕΤΥΜΟΛ. < *δάνσεα αντί *δένσεα, *δένσος με αναλογικό α κατά τα συγγενή δαήναι (απαρμφ. τού αορ. εδάην τού διδάσκω*), δαΐφρων που ανάγονται σε ρίζα *dns . Ο τ. δήνεα είναι ιων., αντί *δάνσεα… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.